Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Οι "Σκύλοι" στην Καλαμάτα

Η παραλία της Καλαμάτας, σήμερα μετά τη βροχή. Η μικρή Ροδάνθη, ο "Ρωμαίος" (φυλή King Charles), ο Διονύσης. Φιλόφρων φωτογράφηση με την "Αθανασία των σκύλων" ανά χείρας και "με τον ορίζοντα ως υπαινιγμό καλής μοίρας του βιβλίου", όπως μου γράφουν.
 

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, ΝΟ 195-196 (Ιανουάριος 2014)

Σιγά σιγά αλλάζουμε την εικόνα. Το εξώφυλλο μεταβάλλεται, οι επιλογές των χρωμάτων επίσης, και ώσπου να ολοκληρωθούν οι εσωτερικές σελίδες (διαφημίσεις, διορθώσεις, συνεργασίες της τελευταίας στιγμής) η εικόνα της πρώτης σελίδας είναι εντελώς διαφορετική. Προς το παρόν βρισκόμαστε εδώ. Κοινοποιήστε, αν θέλετε την εικόνα μας.

 

25 Δεκεμβρίου 1936

ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, Χριστούγεννα 1936. Στο πρωτοσέλιδο δίστηλο, δεξιά, χρονογράφημα του Νιρβάνα. Ο απεσταλμένος κ. Αγγελόπουλος μεταδίδει εικόνες από "τα ματωμένα Χριστούγεννα" της Ισπανίας, με υπότιτλους "Σκοτεινιάζει από το μεσημέρι στη Μαδρίτη, Η καταχνιά δεν σταματά το κανόνι, Ενώ συρόμεθα προς τους λάκκους"). Κάτω δεξιά χρονογράφημα της Λιλίκας Νάκου. Ολοσέλιδη διαφήμηση του Λαμπρόπουλου στην προτελευταία σελίδα.
 
 
 

Η αθανασία των σκύλων

Για το βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή «Η αθανασία των σκύλων» γράφει η Κατερίνα Σχινά στο The Books' Journal που κυκλοφορεί (#39, Ιανουάριος 2014).

Αμφιβάλλω αν το βιβλίο αυτό αποτελεί χαρακτηριστική εκδήλωση κυνοφιλίας -όσο κι αν η αρχετυπική μορφή του σκύλου (που ενοικεί πίνακες και ανάγλυφα, επιτύμβια και αφιερωματικές στήλες, σελίδες της λογοτεχνίας και μουσικές παρτιτούρες, φιλοσοφικά σπαράγματα και ταινίες αλλά κυρίως διαβαίνει μπροστά μας με το ανεπαίσθητο θρόισμα μιας ανάμνησης) επανέρχεται σε καθεμιά από τις εβδομήντα ιστορίες του βιβλίου, είτε ως παρουσία είτε ως υπαινιγμός, Το λυρικό, αισθητικά υποβλητικό, στοχαστικό βιβλίο του Κώστα Μαρουδή δεν είναι ζωοφιλικό, δεν θα συναντήσουμε εδώ τετριμμένα δοξαστικά στην ανιδιοτελή αγάπη ή στη συγκινητική αφοσίωση. Ο ανεξιχνίαστος κόσμος του σκύλου προβάλλεται στο βιβλίο σε ανησυχητική αντίστιξη προς τον δικό μας: εμβληματική ενσάρκωση της άγνοιας του θανάτου, αυτής της ευλογημένης ανυποψίας που διανοίγεται στην αιωνιότητα, ο σκύλος ανασαίνει ευτυχισμένος στους αντίποδες της οδυνηρής ανθρώπινης επίγνωσης για το εφήμερο των πραγμάτων, των αισθημάτων, της ζωής, ζωντανή εικόνα της αμεριμνησίας και της μακαριότητας, ατενίζει με αδιατάρακτη πίστη τον κόσμο. Σύντομα αφηγήματα που κρυσταλλώνουν μια αποκαλυπτική στιγμή ή αποπνέουν σχεδόν κατανυκτική νοσταλγία, άλλοτε συνορεύουν με την ποίηση και άλλοτε χειραγωγούνται από έναν ρωμαλέο στοχασμό, τα πεζά του Κώστα Μαυρουδή αποτελούν στιγμές μιας συνεχούς συνομιλίας με το Άλλο, κοντινό και απαραβίαστο, αγαπητό μα πάντα μυστηριώδες.
 
 
 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: Οι σκιώδεις σκύλοι

Οι σκιώδεις σκύλοι

Ενα αυτοβιογραφικό βιβλίο με ήρωες «τους καλύτερους φίλους του ανθρώπου», που δεν είναι όμως καθόλου κυνοφιλικό
Οι σκιώδεις σκύλοι
Ο σκύλος περιμένει να ακούσει τη φωνή του κυρίου του (His Master’s Voice)
 
 
 
 
 
Κώστας Μαυρουδής
Η αθανασία των σκύλων
Εκδόσεις Πόλις, 2013,
σελ. 213, τιμή 14 ευρώ

Οι σκύλοι δεν ξέρουν ότι θα πεθάνουν και η απουσία ακριβώς αυτής της επίγνωσης αποτελεί το κλειδί για την είσοδό τους στο βασίλειο της αθανασίας. Το μοτίβο αυτό επανέρχεται ποικιλοτρόπως, άλλοτε ρητά και άλλοτε συγκαλυμμένα, στο καινούργιο βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή που αποτελείται από 69 πολύ σύντομα (τρισέλιδα ή τετρασέλιδα) κείμενα στα οποία οι σκύλοι έχουν την τιμητική τους.

Σκύλοι όπως τους έχουμε ακούσει ή διαβάσει σε μύθους και παραμύθια, σκύλοι που παρά την ανωνυμία τους κατέκτησαν μια περίοπτη θέση στη λογοτεχνία (ας θυμηθούμε τον Τσέχοφ), σκύλοι που πρωταγωνίστησαν σε πίνακες, αφήνοντας για πάντα αποτυπωμένη τη στάση τους στο βλέμμα του θεατή, σκύλοι που απαθανατίστηκαν σε πολιτικές φωτογραφίες (ένα παράξενο φόντο σε μια γρήγορα λησμονημένη δημόσια σκηνή), σκύλοι που έγιναν σήμα φωνογραφικών εταιρειών (ποιος να ξεχάσει τη His Master's Voice;), αλλά και σκύλοι που έδωσαν τη μορφή τους σε γλυπτά τα οποία για να δούμε αρκεί η τυχαία περιήγηση σ' ένα αστικό πάρκο.   

Παρά την πληθώρα των σκύλων που μπαινοβγαίνουν στις σελίδες του, το βιβλίο του Μαυρουδή δεν είναι κυνοφιλικό. Οι πρωτοπρόσωποι αφηγητές, που αλλάζουν από κείμενο σε κείμενο κρατώντας ως κοινό χαρακτηριστικό τους το αισθητικό φίλτρο διαμέσου του οποίου αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα, δεν διακατέχονται παρά σπανίως από το αίσθημα της ζωοφιλίας.

Ο Μαυρουδής δεν θα ακολουθήσει τον δρόμο του Τόμας Μαν ο οποίος θα εξυμνήσει τα προσόντα του σκύλου του καθώς κυνηγάει μέσα σε μια φύση που σφύζει από ζωή, αλλά δεν θα συμμεριστεί και τον σκοτεινό, βαριά απειλητικό κόσμο του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ ο οποίος θα μεταμορφώσει τον δικό του σκύλο σε σύμβολο του Κακού.

Τι ακριβώς όμως είναι με βάση αυτά τα δεδομένα οι σκύλοι του Μαυρουδή; Μήπως κάποια απλώς ανθρωπομορφικά σκίτσα στα κάδρα τα οποία φτιάχνει το μάτι όταν φωτογραφίζει τον καθημερινό περίγυρο, αξιοποιώντας συνειρμικά διάφορες εικόνες που έχουν αποθηκευτεί στη μνήμη μας; Οχι, ο Μαυρουδής δεν είναι ούτε ανθρωπομορφικός, αφού η συμπεριφορά των σκύλων διατηρεί κάτι το σταθερά αδιάγνωστο στις αφηγήσεις του ακόμα κι όταν τα αισθήματα για την παρουσία τους στο παρόν ή στο παρελθόν του παρατηρητή δεν διστάζουν να εκδηλωθούν. Εχουν ωστόσο οπωσδήποτε σχέση οι σκύλοι του Μαυρουδή με το παρελθόν και τη μνήμη: κλεισμένοι σε ένα κρυφό δωμάτιο των μνημονικών μας εντυπώσεων, μπορεί να σπεύσουν να απασφαλίσουν την πόρτα και να βγουν θριαμβευτικά από την κρυψώνα τους με την οποιαδήποτε ανύποπτη αφορμή. Και στο σημείο αυτό ο Μαυρουδής θα βρει την ευκαιρία να επανέλθει στα ζητήματα που απασχολούν εδώ και πολλά χρόνια την πρόζα του: στα εξωτερικά ερεθίσματα τα οποία ενεργοποιούν την εσωτερική διαδικασία της μνήμης, στους τρόπους με τους οποίους φωτίζονται και ξαναφωτίζονται τα μνημονικά αντικείμενα, συνιστώντας συχνά μικρές σπουδές θανάτου, όπως και στο ρευστό του χρόνου, που παρά το μονίμως διαφεύγον σχήμα του δεν αποκλείεται σε δεδομένη στιγμή να αποκτήσει μιαν έστω ελλειπτική κυκλικότητα.

Ολα όσα συζητάμε είναι πιθανόν να ισχύουν αλλά υπάρχει μία διαφορά: το ότι οι σκύλοι είναι τις περισσότερες φορές σκιώδεις στο βιβλίο του Μαυρουδή. Αλλοτε κάνουν ένα απλό πέρασμα από τα τεκταινόμενα, άλλοτε καταλαμβάνουν μια περιθωριακή θέση στην κεντρική σκηνή και άλλοτε ξεπροβάλλουν μόνο στιγμιαία στη δράση. Πώς υπό αυτές τις προϋποθέσεις, μένοντας μια παραμερισμένη λεπτομέρεια, θα κατορθώνουν να αναλάβουν ρόλο πολιορκητή της μνήμης και να εκπορθήσουν το κάστρο της;

Ο συγγραφέας θα ενεργήσει εν προκειμένω όπως ενεργεί ο ήρωας στο «Blow up» του Αντονιόνι: τοποθετώντας την παραμερισμένη λεπτομέρεια σε μιαν αδιόρατη αλλά απολύτως κρίσιμη καμπύλη της αφήγησης, θα μας υποχρεώσει να αρχίσουμε να τη μεγεθύνουμε ώσπου να καταλάβουμε το πραγματικό της βάρος.

Με αυτό το βάρος θα ανοίξουν οι δίοδοι της μνήμης και του χρόνου, το μοναδικό μέσον για να κερδίσουν οι άνθρωποι ακόμα και κουτσουρεμένη την αθανασία που έχουν κερδίσει εξ ολοκλήρου οι σκύλοι διά της αγνοίας τους. Και έτσι θα αρχίσουν να ανεβαίνουν όλα στην επιφάνεια: οι μαγικοί τόποι των παιδικών χρόνων, οι πρώτες εμπειρίες της ενηλικίωσης, τα πρόσωπα  που έλαμψαν σε μια καμπή του βίου τους για να τα σβήσει αργότερα από τον χάρτη η φορά των πραγμάτων, τα ίχνη που θα αφήσουν οι παλαιότεροι πάνω στα αντικείμενα της καθημερινής τους χρήσης, οι μυθιστορηματικοί ήρωες του 19ου αιώνα που θα αναβιώσουν σε νέα συμφραζόμενα, η καθαρεύουσα των εφημερίδων της δεκαετίας του 1950 που θα ηχήσει παράξενα στο ακουστικό περιβάλλον της σημερινής τους ανάγνωσης, αλλά και οι μεγάλες πόλεις ή τα τοπία της Ευρώπης που θα φορτίσουν έναν άλλο χρόνο: τον χρόνο του ταξιδιού και της περιπλάνησης σε πολιτισμούς με πολλαπλά ιστορικά στρώματα.


Η ευφυΐα του ασκημένου τεχνίτη
Με πλήθος λογοτεχνικές, κινηματογραφικές και εικαστικές αναφορές που θα πλέξουν ένα πυκνό δίχτυ διασταυρώσεων και με μια γραφή η οποία κινείται ανάμεσα στο δοκίμιο, την ποίηση και την αφαιρετική εξιστόρηση, ο Μαυρουδής θα πετύχει με το βιβλίο του το δυσκολότερο: να προικίσει τον αναστοχασμό του με υποβλητικό βάθος χωρίς να παραπλανηθεί από τις σειρήνες του ποιητικισμού, αλλά και να προσδώσει στον λόγο του μια περιεκτικότητα που δεν συναντάμε εύκολα σε ιμπρεσιονιστικά κείμενα όπως τα δικά του. Και αν ο ιμπρεσιονισμός μοιάζει στις ημέρες μας ένα εκ των προτέρων τελειωμένο παιχνίδι, δεν συμβαίνει το ίδιο με την Αθανασία των σκύλων, που προδίδει αμέσως τη μαστοριά, την ευαισθησία αλλά και την ευφυΐα του ασκημένου τεχνίτη.    

Επί σεπταίς εορταίς


Για δες βρε παιδί μου, πόσο όμορφες φόρμες τηλεγραφήματος υπήρχαν κάποτε. Δεκέμβριος 1965, λέει η σφραγίδα κάτω απ' τις κοπέλλες, αριστερά. Ο τότε πρύτανις Λεων. Φιλιππίδης, θεολόγος αν δεν κάνω λάθος, εύχεται "Επί σεπταίς εορταίς Χριστουγέννων και τω Νέω Έτει συγχαρητηρίους ευχάς" στον Δημήτρη Παπασπύρου εκ Λεβαδείας (κοινώς "Παλάντζα"), πρόεδρο της Βουλής επί κυβερνήσεως της Ενώσεως Κέντρου και το '65 εκ των πρώτων αποστατών βουλευτών. Δεν θυμάμαι τι θέση πήρε στην κυβέρνηση του Στεφανόπουλου τον επεισοδιακό Αύγουστο εκείνου του καλοκαιριού. Σήμερα που βρήκα το τηλεγράφημα με τις ευχές, το θεώρησα, εκτός από γραφιστικά αξιοθέατο, δις επίκαιρο, και φυσικά κατάλληλο για ανάρτηση. 1ον, λόγω των εορταστικών ημερών και 2ον, λόγω της τότε καλής σχέσεως πρυτάνεως και εξουσίας. "Ω χρόνοι, ω ήθη", που έλεγαν οι τότε λόγιοι, οι οποίοι
εκτός του Πύντσον ήξεραν τον Κικέρωνα....








Η αθανασία των σκύλων

Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ
Εκδοτικός Οίκος
ΠΟΛΙΣ
Εκδότης, από το 1978, του λογοτεχνικού περιοδικού «Το Δέντρο», ο Κώστας Μαυρουδής γεννήθηκε στην Τήνο το 1948 και σπούδασε Νομικά στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Λόγοι δύο» (1973), «Ποίηση» (Τραμ, 1978), «Το δάνειο του χρόνου» (Κέδρος, 1989, 1990), «Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια» (Κέδρος, 2001), «Τέσσερις εποχές» (Κέδρος, 2010. Επίσης έχει γράψει, όπως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος, πεζόμορφα κείμενα αφοριστικού στοχασμού ή περιγραφές ταξιδιωτικών εντυπώσεων: «Με εισιτήριο επιστροφής» (Εστία, 1983, β’ εκδ. Πλέθρον, 1989), «Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι» (Νεφέλη, 2000), «Στενογραφία» (Κέδρος, 2006). Ο τόμος «Η ζωή με εχθρούς» (Δελφίνι, 1998, Μελάνι, 2008) είναι συγκέντρωση άρθρων και σχολίων που κατά καιρούς δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά.

«Η αθανασία των σκύλων» περιλαμβάνει 70 σύντομες ιστορίες, όπου οι σκύλοι αποτελούν άλλοτε το θέμα των ιστοριών (για παράδειγμα οι ιστορίες 33, 34, 35, 38), άλλοτε (συνηθέστερα) είναι μια λεπτομέρεια, μικρή αλλά ουσιώδης, σε ένα κείμενο με άλλο «στόχο». Τα κείμενα είναι ως επί το πλείστον πολύ σύντομα (έκτασης δύο ή τριών σελίδων). Υπερβαίνουν το μέγεθος αυτό (και μόνο κατ’ ελάχιστον) συνήθως όταν οι σκύλοι κατέχουν κεντρική θέση και το θέμα «ανοίγεται» σε διακειμενικές αναφορές από τον κινηματογράφο και, κυρίως, τη λογοτεχνία (ενδεικτικά: «Γατόπαρδος», «Δεκαπενταετής πλοίαρχος», «Το κόκκινο και το μαύρο», «Ο μπρούντζινος σκύλος του Τζακομέτι»). Πολλές ιστορίες (ή σημειώματα) αναφέρονται σε «συμβάντα» (πραγματικά ή φανταστικά, δεν γνωρίζουμε) περασμένων χρόνων, όταν ο συγγραφέας ή ο (τριτοπρόσωπος) αφηγητής ήταν παιδί ή πολύ νέος. Σε ένα κείμενο που σταχυολογήσαμε (46) ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο σκύλος. Δεν λείπουν οι αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, όπως το πρώτο κείμενο, που προϊδεάζει και για τη συνέχεια, ή το 30, όπου παρουσιάζει τον ζωγράφο Πέτερ φον Χες που συνόδεψε το 1833 τον Όθωνα στο Ναύπλιο.

Το στοιχείο που ενώνει τα κείμενα αυτά, γραμμένα προφανώς σε διάφορες χρονικές περιόδους, είναι η «αχρονία» των σκύλων σε σχέση με το βάρος που έχει ο χρόνος για τον άνθρωπο: η «απόλυτη αμεριμνησία για τα ανθρώπινα» (σελ. 12), η μνήμη που «απλώς αναγνωρίζει και δεν αναπαριστά» (σελ. 38), η ενασχόληση μόνο με το παρόν (σελ. 43), η ζωή που απλώς «είναι» (σελ. 163), το βλέμμα, «άδειο από νοήματα, ανύποπτο για το χρόνο και την Ιστορία» (σελ. 167). Αντίθετα με την αθανασία των σκύλων, ο άνθρωπος κατατρύχεται από το θάνατο ως φυγή και απώλεια (π.χ. σελ. 68)

Η σύντομη έκταση των κειμένων δείχνει ότι έχουν δουλευτεί «εξονυχιστικά» και έχουν αφαιρεθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή στοιχεία που δεν συνάδουν με το ύφος ή το ρυθμό του κειμένου. Αυτό αφορά κάποιες φορές ακόμα και την ίδια την αφήγηση: η συμπύκνωση του νοήματος είναι τέτοια, που η υπαινικτικότητα δημιουργεί, πιθανόν, προβλήματα κατανόησης στον μη εξοικειωμένο αναγνώστη (όχι ότι, ως αναγνώστες –ιδίως οι νεότεροι–, είμαστε σε θέση να τα καταλαβαίνουμε όλα).

Οι σύντομες ιστορίες του Κώστα Μαυρουδή συγγενεύουν άμεσα (και) με την ποίηση και τη μουσική. Άλλοι, πιο ειδικοί, θα μπορούσαν να εξειδικεύσουν (ή να συγκεκριμενοποιήσουν) τις αναλογίες ανάμεσα στα κείμενα και στη δομή ενός μουσικού κομματιού.

Είναι αυτό που, κατά τη γνώμη της υπογράφουσας, δίνει μια διαχρονικότητα στα κείμενα, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τα συγκαιρινά.

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

.

Η αθανασία των σκύλων, Πόλις, 2013

Η βιβλιοκριτική του συγκριτολόγου Μπάμπη Δερμιτζάκη που ακολουθεί (απόσπασμα, εδώ, εξ ανάγκης) δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Λέξημα". Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων, Πόλις 2013, σελ. 212 \ […] Έχουμε παρουσιάσει άλλα έξι βιβλία του Κώστα Μαυρουδή. Αυτά είναι: Στενογραφία, Η ζωή με εχθρούς, Τέσσερις εποχές (ποίηση), Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι, Επίσκεψη σε γέροντα με άνοια (ποίηση) και Με εισιτήριο επιστροφής. Έτσι, κάποια πράγματα από αυτά που έχουμε ήδη γράψει αναπόφευκτα θα τα ξαναγράψουμε. Υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι συλλογισμού: ο επαγωγικός, ο παραγωγικός και ο αναλογικός. Ο αναλογικός κάνει μια σύγκριση και βρίσκει ομοιότητες. Η πιο απλή χρήση του αναλογικού συλλογισμού σε μικροκλίμακα είναι η μεταφορά. Συγκρίνουμε είτε απερίφραστα, παραθέτοντας τόσο το όχημα (vehicle) όσο και την έννοια (tenor), («Οι παιδικές ασθένειες είναι οι αλκυονίδες των σχολικών ημερών» "Η αθανασία των σκύλων", σελ. 67), είτε παραθέτοντας μόνο το όχημα («Μέσα στης μαργαρίτας τ’ αλωνάκι», από τον Ελύτη αυτό). Η πιο σύνθετη σε μεγακλίμακα είναι η συγκριτολογική μελέτη, όπου συγκρίνονται δυο έργα, δυο συγγραφείς ή δυο καλλιτεχνικά ρεύματα για παράδειγμα. Ο Μαυρουδής βρίσκεται ενδιάμεσα. Κινούμενος ανάμεσα στη μικροκλίμακα της μεταφοράς και στη μεγακλίμακα της συγκριτολογικής μελέτης γράφει μικρά δοκίμια με έντονο το συγκριτολογικό στοιχείο, που σπάνια ξεπερνάνε τις δύο σελίδες. Αυτό απαιτεί μια ειδική συνειρμική ικανότητα που δεν την διαθέτουν όλοι. Τη θαυμάσαμε στα προηγούμενα έργα του, τη θαυμάσαμε και τώρα. Η σύλληψη των κειμένων αυτών έχει κάτι από το αυθόρμητο και το εμπνευσμένο ενός ποιήματος, και γι’ αυτό διαθέτουν και την αντίστοιχη λογοτεχνικότητα («φορούσε εφημερίδες για το κρύο --τυλιγμένος με γεγονότα, άρθρα, κριτικές ταινιών» σελ. 51). Όμως ο Μαυρουδής κινείται και προγραμματικά. Έχοντας επιλέξει το θέμα, τα σκυλιά, με τα οποία έχει μια αγαπητική σχέση, αφήνει τις κεραίες του ανοικτές να συλλάβουν κάθε τι που μπορεί να έχει σχέση με αυτά. Ακόμη και όταν δεν έχει, τη δημιουργεί ο ίδιος. Έτσι βλέπουμε από κείμενα όπου κάποιο σκυλί καταλαμβάνει όλο τον «πίνακα» (για να χρησιμοποιήσουμε μια μεταφορά, μια και μιλάγαμε για μεταφορές) μέχρι κείμενα όπου το σκυλί καταλαμβάνει απλώς μια γωνία στο βάθος. Και επειδή η αναλογία φτάνει μέχρι εδώ, καθώς η σύλληψη ενός πίνακα είναι gestalt, ολιστική, ενώ ενός αφηγήματος γραμμική, το σκυλί, όταν είναι δευτεραγωνιστής, καταλαμβάνει ελάχιστες θέσεις μέσα στην αφήγηση, και μάλιστα σε ένα από τα αφηγήματα μόλις στο τέλος, κυριολεκτικά, σαν τελευταία λέξη, σε μια χρήση μεταφορική. Βρίσκεται στο 65ο αφήγημα, στο οποίο ο Μαυρουδής εξιστορεί, ανάμεσα στα άλλα, την ιστορία του Αγίου Ιερώνυμου και του λιονταριού (εμείς στο σχολείο μάθαμε την ιστορία με τον Ανδροκλή), που του έβγαλε ένα αγκάθι, και από τότε έγινε πιστός του σύντροφος. «Το εύρωστο λιοντάρι με την πλούσια χαίτη είναι ήδη σκύλος», καταλήγει ο Μαυρουδής. Στο 14ο αφήγημα βρίσκεται στην τρίτη θέση πριν το τέλος: «Είναι οι σκύλοι των Ρωμαίων». Πάλι σε μεταφορική χρήση, για τα λιοντάρια του Μάρκου Αυρήλιου. Στο 16ο αφήγημα, πάλι σαν μεταφορά, στην 6η θέση πριν το τέλος, ενώ στο 56ο αφήγημα οι σκύλοι είναι πήλινοι (αρχαιοκαπηλία). Ναι, ο σκύλος είναι το θεματικό πρόσχημα για διάφορες ιστορίες που θα ήταν αδύνατον να ενοποιηθούν διαφορετικά. Στο 4ο αφήγημα ο Μαυρουδής μιλάει για ένα χωρισμό (να δείτε την ταινία του Ασγάρ Φαραντί), στον οποίο το δάγκωμα ενός σκύλου αποτέλεσε την πρόφαση της γυναίκας να παρατήσει τον άντρα. Ο δυστυχισμένος δεν μπόρεσε να το κατανοήσει. Ο Μαυρουδής τις ιστορίες του τις αγρεύει από την ιστορία, από τη λογοτεχνία, από τη ζωγραφική, από κινηματογραφικές ταινίες, από παραμύθια, αλλά και από σκηνές που συναντάει στην καθημερινή του ζωή. Περπατώντας στην Ομόνοια πέφτει πάνω σε δύο σκηνές, ταυτόχρονες και σε εγγύτητα, που τον οδήγησαν σε διαλογισμούς που αποκρυσταλλώθηκαν στο 53ο αφήγημα. «Ένα βρώμικο λυκόσκυλο μύριζε επίμονα το έδαφος…» είναι η μια σκηνή. «Λίγα μέτρα μακριά του, ένας θεατρικός σκηνοθέτης μόλις είχε προμηθευτεί εφημερίδα και διάβαζε με το κεφάλι βαθιά στο δισέλιδο» είναι η άλλη. Μόνο ο Μαυρουδής θα μπορούσε να βρει αναλογίες ανάμεσα σε αυτές τις ολότελα, και όχι μόνο φαινομενικά, άσχετες σκηνές. […] Διαβάζουμε: (το παραθέτω πλήρες, για την ποιητικότητά του). «…μαζί τους ανεβαίναμε κι εμείς, σ’ ένα χρόνο απόλυτα προσωπικό, με την ανησυχία που δημιουργεί η πτήση στα όνειρα. Θεατές και συγχρόνως μέρος του θεάματος, αβαρείς πάνω απ’ τις στέγες και τους λόφους, πετούσαμε όπως οι άγγελοι, οι φαντασιόπληκτοι, και οι ακατανόητες μπλε και πράσινες φιγούρες που διασχίζουν, διστακτικές ή ακίνητες, τους σκοτεινούς ουρανούς του Σαγκάλ» (σελ. 160). Θυμήθηκα τη Μαργαρίτα του Μπουλγκάκοφ, να πετάει πάνω στο σκουπόξυλό της, σαν μάγισσα, ψηλά στους σοβιετικούς ουρανούς. Το μυθιστόρημα του Μπουλγκάκοφ («Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα») με παρότρυνε ένθερμα να το διαβάσω μια πολύ όμορφη κοπέλα. Εγώ όμως έτσι κι αλλιώς το είχα στο πρόγραμμα, απλά επέσπευσα. Εξαιρετικός ο Μαυρουδής, ελπίζω να διαβαστεί το βιβλίο του όχι μόνο από τους βιβλιολάτρες αλλά και από τους κυνολάτρες. Και στο παρκάκι στα Καραγιαννέικα, στην καθημερινή μου βόλτα, συναντάω αρκετούς. […] Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές βλέπω από την μπαλκονόπορτα μπροστά μου μια δεσποινίδα με το σκυλάκι της να ανεβαίνει την Κλεάρχου (γράφω «δεσποινίδα» κατ’ αναλογία με το «κυρία», και όχι «κοπελιά» ή «κοπέλα»). Αυτό, βιαστικό, τραβάει την αλυσίδα τεντώνοντάς τη, καθώς αυτή δεν βιάζεται. Τώρα πάει, χάθηκαν. Καιρός να βάλω κι εγώ την τελευταία τελεία, μια και κοντεύουμε να συμπληρώσουμε τις τρεις σελίδες.

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Η αθανασία των σκύλων


Από την ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, μεταξύ άλλων βιβλίων, ο κ. Αριστοτέλης Σαίνης, παρουσιάζει με εύστοχη λακωνικότητα την "Αθανασία των σκύλων". Νομιμότατους δηλαδή, θεωρώ τους χαρακτηρισμούς "Λανθάνουσα μυθιστορία" (αν και οι αφηγητές των ιστοριών είναι τουλάχιστον 20), όπως και το "η κυνοφιλία είναι η πρόφαση για ένα περίτεχνο ταξίδι...". Όντως, πρόφαση τη θεωρώ κι εγώ.

[...] Με τον εκδοτικό ρυθμό να επιταχύνεται, λίγο πριν εκπνεύσει η χρονιά, μας πρόλαβε η νέα «λανθάνουσα μυθιστορία» του Κώστα Μαυρουδή «Η Αθανασία των σκύλων» (εκδ. Πόλις). Οι 70 «σύντομες ιστορίες» της, που διαβάζονται σαν γραμμένες από τον ήρωα ενός μυθιστορήματος, ίσως αποτελούν μια ακόμα μεταμόρφωση των γνωστών «στενογραφημάτων» του -νεολογισμός που εικάζω ότι έλκει την καταγωγή από το μπαρτικό «βιογράφημα»-, ενώ η κυνοφιλία είναι η πρόφαση για ένα περίτεχνο ταξίδι στις δημιουργικές εμμονές του συγγραφέα. 





Λίαν προσεχώς


 Μάρτιος, 2014. ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, 197-198: "Ποιήματα που αγαπήσαμε"
Ανθολογία για την ποίηση του 19ου και 20ού αιώνα.

Ιανουάριος, 2014. ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ, Νο 195-196: "Πώς διαβάζουμε". Κριτήρια, ψευδείς Κανόνες, το κοινό, αναγνώσεις και παραναγνώσεις.








 

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Annuario del Cinema Italiano



  1. Κάποιος σήμερα στο παζάρι πρόλαβε και πήρε μέσα απ' τα χέρια μου τον "Δούναβη" του Κλάουντιο Μάγκρις, εξαντλημένη μετάφραση των εκδ. Πόλις, αλλά έτσι είδα τον εν λόγω ογκωδέστατο τόμο (700 σελίδες), με θαυμάσιες φωτογραφίες ηθοποιών της εποχής (μοιάζουν λίγο, εδώ που τα λέμε, με προσκλητήριο νεκρών), και με καταλόγους από τη δραστηριότητα των ιταλικών στούντιο που διακόπτονται από κομψές διαφημίσεις. Ψάχνε, ψάχνε, περνάει ο καιρός. Και να μην το σκέπτεσαι, ή και να το αποφεύγεις ως ιδέα, εδώ οι 34 σελίδες, με τις λιθόγραφες εικόνες των ολόφωτων αστεριών στην ακμή τους, το υπογραμμίζουν δραστικά.
     
     
     

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Ζωοφιλία

Είχε απόλυτο δίκιο ο Γ. Χατζόπουλος, ότι, δεν μπορεί, εκτός από τους αναγνώστες της λογοτεχνίας θα εκδηλωθεί και το ενδιαφέρον των αυθεντικών κυνοφίλων για την"Αθανασία των σκύλων" (εκδ. Πόλις). Ήδη το προτείνουν δύο μπλογκ ζωοφιλικών συλλόγων μαζί με κάποια μπαζάρ. Στο ένα αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου, οι εκδόσεις, και η λιτή φράση "φαίνεται ενδιαφέρον". Οι υδατογραφίες στο ποστ μου (κυρία με σκύλο και κύριος με σκύλο) είναι λεπτομέρειες σχεδίων και προέρχονται από το τομίδιο "Oberbayrische Bilderbuch", εκδόσεις Ernst Staneck Verlag, Berlin αχρονολόγητο, μάλλον προπολεμικό.
 
 
 

Ο αντίχειρας



Δεν είχα προσέξει στο παρελθόν ότι τα βρέφη κάνουν τόσο εντατικές προσπάθειες, και κυρίως δοκιμές, ώσπου να βάλουν τον αντίχειρα στο στόμα. Φαίνεται δεν είναι τόσο εύκολο. Και όταν επί τέλους το κατορθώσουν, δεν βρίσκουν εύκολα το συγκεκριμένο δάχτυλο. Η μακρόχρονη προσπάθεια και οι δοκιμές που παρακολούθησα πρόσφατα μού θύμισαν κάπως την ιστορία που έχει γράψει ο Γούντι Άλεν για την εφεύρεση του σάντουιτς: Ο Λόρδος Σάντουιτς, ερευνητής μεθόδων γρήγορου φαγητού, στην προσπάθειά του να φτάσει σε ένα αποτέλεσμα, είχε δοκιμάσει πολλές λύσεις που δεν οδηγούσαν πουθενά. Η προτελευταία, μια φέτα ψωμί ανάμεσα σε δύο χοντρές φέτες σαλάμι είχε αποτύχει, αλλά τον είχε κάνει να πλησιάσει πολύ σε μια λύση. Με σκέψη, περισυλλογή, και κυρίως την υπομονή που διαθέτουν οι ερευνητές, έφτασε μετά από καιρό σ' αυτό που ξέρουμε!
 
 
 

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

O συλλέκτης


"[...] Ο συλλέκτης έχει δεσμούς με αντικείμενα οι οποίοι δεν δίνουν προτεραιότητα στη λειτουργική τους αξία και άρα στη χρησιμότητά τους, αλλά τον υποχρεώνουν να τα μελετά και να τα αγαπά ως σκηνικό, θέατρο του ίδιου τους του πεπρωμένου. Αυτό που γοητεύει ακόμα περισσότερο τον συλλέκτη είναι η ένταξη του νέου αποκτήματος σε έναν μαγικό κύκλο, όπου όμως εκεί, παρότι το διατρέχει η συγκίνηση από την απόκτηση, το αντικείμενο απολιθώνεται.... Εποχή, τόπος καταγωγής, κατάστημα, όλα συγκλίνουν και φτιάχνουν μια μαγική εγκυκλοπαίδεια [...]"

Βάλτερ Μπένγιαμιν, "Ο συλλέκτης των βιβλίων". Το κείμενο μεταφράζεται και θα δημοσιευτεί στο επόμενο "ΔΕΝΤΡΟ". Εδώ συνοδεύει τα επτά πολύ παλιά μολυβένια στρατιωτάκια, που βρήκε και μου έστειλε ο φίλος μου Δ.Χ. από το Βερολίνο (για την ιστορία τους δες το προηγούμενο πόστ)



Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Μολυβένιοι στρατιώτες

Αυτοί οι μολυβένοι στρατιώτες, που φωτογραφήθηκαν μάλλον πρόχειρα από ένα ipad, δεν είναι οποιοιδήποτε. Ανήκουν σε μια ομάδα από πολύ παλιούς στρατιώτες, πλακέ και ντεμί πλακέ, που μου έστειλε ένας παλιός μου συμμαθητής, κάτοικος Γερμανίας εδώ και δεκαετίες. Δεν είναι γερμανοί. Τα βρήκε, μου είπε, στη Γαλλία, συγκεκριμένα στο άδειο πλέον σπίτι των πεθερικών του, και ίσως κι εκείνοι τα βρήκαν απ' τους γονείς τους. Προέρχονται δηλαδή από τουλάχιστον τρεις γενιές πίσω. Είναι σημαντικό ότι, γνωρίζοντας το ενδιαφέρον μου, τα ταχυδρόμησε από το Βερολίνο, κι εγώ πλέον, ξεχωριστά απ' την υπόλοιπη συλλογή μου που δεν έχει ταυτότητα, τα συντηρώ ως μνήμη συγκεκριμένων αλλά άγνωστων ανθρώπων
 
 
 

Ο Κώστας Μαυρουδής, εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Το Δέντρο και συγγραφέας, έγραψε 70 σύντομες ιστορίες για σκύλους. 'Η με σκύλους. 'Η με αφορμή τους σκύλους. Το βιβλίο του κυκλοφορεί σήμερα από τις εκδόσεις "Πόλις" και ο ίδιος ανέλαβε να μας τα εξηγήσει καλύτερα. Magnify Image Ο συγγραφέας και οι σκύλοι του Πώς προέκυψε ένα βιβλίο όπου 70 ιστορίες μιλούν για σκύλους; Υπήρξε μια στιγμή που κατάλαβα πόσο συχνά εμφανίζονται οι σκύλοι σε γλυπτά, ανάγλυφα, φωτογραφίες, σε διάσημους πίνακες ζωγραφικής (απείρως περισσότερους απ' όσους νομίζουμε), και μια άλλη στιγμή που άρχισα να συνδέω τους σκύλους με τη διαδρομή της ζωής μου, με τις μνήμες μου. Ήδη, το πρώτο κείμενο του βιβλίου, μιλά για τις συναντήσεις με σκύλους της ιστορίας, από την πρώτη κινηματογράφηση του ζώου στα πειραματικά φιλμ των Λιμιέρ, μέχρι τους πίνακες από την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα, και από το φιλμ με την είσοδο του στρατού μας στη Θεσσαλονίκη (1912) μέχρι κηδείες μοναρχών τον 19ο αιώνα. Όμως η πυκνότερη παρουσία του βρίσκεται στην εικαστική ιστορία. Magnify Image Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο,Πέτερ φον Χες Θέλετε να μου πείτε μερικά έργα τέχνης με σκύλους; Αποσπώ: «Απόλυτα ψύχραιμο στις Meninas του Βελάσκεθ, το ισπανικό Μαστίφ που κλωτσά η μικρή πριγκίπισσα κατέχει το πρώτο πλάνο του πίνακα, όπως ο μεγάλος κόκκινος σκύλος που μυρίζει το χώμα στο Αρεάρεα του Γκωγκέν. Ακόμα και το λευκό πόιντερ που παρακολουθεί την τελετή μπροστά στον ανοιχτό τάφο (Γκυστάβ Κουρμπέ, Κηδεία στην Ορνάν) είναι ένα απ' αυτά τα μοναχικά δαιμόνια. Ο υπαινιγμός της απόλυτης αμεριμνησίας που δείχνει η μη σκεπτόμενη φύση για τα ανθρώπινα». Magnify Image Las Meninas, Ντιέγκο Βελάσκεθ Magnify Image Arearea, Πωλ Γκογκέν Magnify Image Η κηδεία στο Ορνάν, Γκυστάβ Κουρμπέ Έχουν όλες αυτές οι σύντομες πρόζες δοκιμιακό χαρακτήρα ή είναι ιστορίες με εξέλιξη; Είναι ιστορίες που επιχειρώ να γράψω όσο πιο οικονομικά γίνεται, άλλοτε ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής, άλλοτε ως γυναίκα, άλλοτε ως κάποιος τρίτος. Όπως τα πρόσωπα, έτσι αλλάζουν και οι τόποι, οι εποχές, οι πρωταγωνιστές . Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο, «Ο "Άργος" κουνάει πάντα τα αυτιά του αντικρίζοντας τον Οδυσσέα, ο "Μπεντικό" κυκλοφορεί στις σελίδες του Γατόπαρδου δίπλα στον Ντον Φαμπρίτσιο, ο "Boatswain" μνημειώνεται στον Επιτάφιο για ένα σκύλο του Μπάιρον· αλλού δεκαεπτά σκύλοι υποδέχονται τον Πλαστήρα σε μια προεκλογική συγκέντρωση, ένα Μπόξερ καταστρέφει το υπό συγγραφή βιβλίο, έργο ζωής, και ο "Λέων" –σκύλος ενός καθολικού εφημέριου– παρακολουθεί ανελλιπώς τη Λειτουργία. Συνοδοιπόροι, άνθρωποι και σκύλοι μοιράζονται πραγματικότητες και αλήθειες, συναισθήματα και σημαίνουσες στιγμές. Θα σημείωνα ότι υπάρχει ένα βλέμμα που αφορά περισσότερο το παρελθόν, ένα βλέμμα κατάνυξης για τους ανθρώπους που έζησαν, ονειρεύτηκαν, και πέρασαν. Απόλυτα φυσικό βέβαια, το παρελθόν είναι το ιερό της λογοτεχνίας, η περιοχή της λατρείας της. Η «αθανασία» του τίτλου τι σημαίνει; Ο κύριος ενός υπερήλικα σκύλου λέει σε κάποιον ότι ναι μεν το ζώο του υποφέρει, αλλά συγχρόνως είναι μακάριο, αγνοώντας το τέλος. «Πεθαίνουμε», εξηγεί στον συνομιλητή του, «μόνον όταν το γνωρίζουμε. Ο σκύλος μου είναι σαν το δάσος που αγνοεί το πριονιστήριο. Σε λίγο πρόκειται να υποβάλω σε ευθανασία μια ανύποπτη, δηλαδή μιαν αθάνατη ύπαρξη». Υπάρχει ένα κινηματογραφικό βλέμμα στις αφηγήσεις; Όντως, υπάρχει μια εικαστική οπτική. Δεν ήξερα πού με οδηγούσε η διαδρομή κάθε ιστορίας. Άλλες βρέθηκαν να έχουν ποιητική έξοδο, με μια λυρική διαχείριση της γλώσσας (προέρχομαι άλλωστε απ' την ποίηση), άλλες είχαν το δραματικό στοιχείο που συχνά έβρισκα να συνορεύει με την κωμωδία των ηθών και το ευτράπελο της ζωής. Εν πάση περιπτώσει, στις 70 ιστορίες, οι σκύλοι είναι μέρη ενός κομματιού ζωής, που επιχείρησα να εμφανίζεται πάντα σαν κατανυκτική αποκάλυψη. Magnify Image Υπάρχει προσωπική εμπλοκή του συγγραφέα σ' αυτές τις ιστορίες; Όλα είναι μεταπλασμένα βιώματα, επινοήσεις τόπων και προσώπων. Να θυμίσω τι είπε ο Φελίνι όταν τον ρώτησαν γιατί δεν γυρίζει τις αυτοβιογραφικές ταινίες του στο Ρίμινι, τόπο καταγωγής του. «Φτιάχνω κάτι που είναι περισσότερο Ρίμινι από το Ρίμινι». Ποια είναι η αλήθεια μιας γραπτής ιστορίας εξάλλου; Αυτό που λέει στο μότο του βιβλίου ο μεγάλος ψευδολόγος Βαρώνος Μινχάουζεν. «Αλήθεια είναι ό,τι αφηγούμαστε καλά». Η ιστορία 63. Nαι, ήταν. Το ξέραμε σιωπηρά όλοι, από τότε που διηύθυνε την τοπική πινακοθήκη, διπλασιάζοντας την έκταση και τον αριθμό των έργων με χορηγίες και αθρόες δωρεές. Πολλά χρόνια μετά, το καλοκαίρι του 1965, επίτιμος πλέον, μου πρότεινε να δακτυλογραφήσω μια σύντομη Ιστορία των παραστατικών τεχνών και στη συνέχεια τα Απομνημονεύματά του – έργο ζωής, από τα χρόνια των σπουδών του στο Μύνστερ. Αν και έχανα τις πρώτες φοιτητικές μου διακοπές, με κολάκεψε η εμπιστοσύνη και η υπολογίσιμη αμοιβή. είχε μόλις υιοθετήσει το σκύλο ενός φίλου του που πέθανε, ήταν γνωστή η σχέση τους, ένα πλατωνικό, και δεν ξέρω τι άλλο, ειδύλλιο που κρατούσε χρόνια. Το ζώο του είχε ήδη καταστρέψει πόδια παλιών επίπλων και, κυρίως, βιβλία. Μου έδειχνε έναν κόκκινο τόμο του υπερείδη, την κατεστραμμένη χρυσοτυπία στα Αμφιβαλλόμενα συγγράμματα του Ιουστίνου, τους Βίους των σοφιστών του ευνάπιου ροκανισμένους καταστροφές που ανεχόταν «χάριν της μνήμης του ανεκτίμητου απόντος». Όφειλε αυτή την καρτερία, έλεγε, με αίσθημα ενοχής και χρέους. «Το ζώο εκδηλώνει πένθος και ανοικειότητα για τον άγνωστο χώρο». Έβλεπα με οργή την ανοχή του, πρώτη φορά πρόσεξα τα σαγόνια του Γανυμήδη, τη φυσιολογία του απείθαρχου Μπόξερ, κινήσεις, σιελόρροια, δυνατές αρθρώσεις. Αρχές Αυγούστου, λίγο μετά το βασιλικό πραξικόπημα και την καταψήφιση του νόβα, άρχισε να μου υπαγορεύει την Ιστορία του, ατέλειωτες ώρες δουλειάς, μοναδική αντοχή να διαβάζει και να διορθώνει επί τόπου. Στο τέλος του μήνα, όταν ο Τσιριμώκος καταψηφίστηκε και η Αθήνα φλεγόταν απ' τις διαδηλώσεις, δακτυλογραφούσα ακατάπαυστα: «Πόσο έχει μικρύνει προοπτικά το νεκρό σώμα», έγραφε για τον «νεκρό Ιησού» του Μαντένια. «Τα πόδια του φτάνουν μέχρι το θεατή, λες και θέλουν να προχωρήσουν έξω από τα όρια του πίνακα. επίτευγμα: μια κάθετη μορφή σε έργο οριζόντιο. Αμείλικτος ρεαλισμός θανάτου». Στο τέλος Αυγούστου αρχίσαμε τα Απομνημονεύματα: «υπάρχει αφύσικος έρως; Ποιος διακρίνει το βαθμό ορθότητος που έχει η επιθυμία; Το 1914, στο Μύνστερ, ήταν η εποχή των κρίσιμων ερωτημάτων. Ναι, η ερωτική κλίσις είναι ένα μακροχρόνιο έθιμο. Βιβλία, παιδεία, Τύπος, όλα προπαγανδίζουν την "ορθή επιλογή", μία και μόνον έκφρασι επιθυμίας». Στις 3 Σεπτεμβρίου είδαμε υπερήφανοι τη σελίδα με τη λέξη Τέλος. «Σε συγχαίρω», μου είπε και ξεφορτώθηκε τα χειρόγραφα στον κάδο του Δήμου. Στις 6 Σεπτεμβρίου με κάλεσε στο σπίτι για την αμοιβή μου. Έκλαιγε απαρηγόρητος. Με παρακάλεσε να διαδίδω παντού ότι ο δυνατός άνεμος σκόρπισε τις σελίδες, να τον ψέγω δημόσια για την απερισκεψία να αφήσει νύχτα στη βεράντα το έργο, να μην πω πουθενά ότι ο Γανυμήδης πολτοποίησε και έφαγε σε ένα βράδυ διακόσιες σελίδες της Ιστορίας και ισάριθμες από την εξιστόρηση ενός ραφινάτου και πολύπλαγκτου βίου εβδομήντα έξι χρόνων. Να μη φανεί ο ανόητος φόρος στο πάθος του. Συγκρατώ ακόμα φράσεις από κεφάλαια των δύο βιβλίων, τις καταληκτικές κυρίως, ή εκείνες που με εντυπωσίαζαν. Τις αλλάζαμε άπειρες φορές, ήταν ένας νευρωτικός της τελειότητας: «Κομψά πόδια που θα φιλούσε κανείς, χρυσά μαλλιά αλά Μποτιτσέλι, θεσπέσια σχέδια χεριών. Τα μάτια του είναι εξημερωμένα, αθώα, ωστόσο ο πόθος δεν φαίνεται να μην τους είναι οικείος». Κάπου αλλού: «Συχνά αναρωτιόμουν αν βρίσκουν γοητευτική χάρη και εκφραστικές αρετές στα μικρά λάθη που κάνω μιλώντας γερμανικά. Με απασχολούσε, διότι γνώριζα ότι υπάρχουν ποιητές που οφείλουν το θέλγητρο, ακόμα και τη σημασία του έργου τους, στο ότι έγραψαν σε γλώσσα την οποία δεν γνώριζαν στην εντέλεια. Αν η απάντησις ήταν θετική, κρίμα που ως ξένος δεν μπορούσα να χαρώ την παιδικότητα της γλώσσας μου. ναι, παιδικότητα. Ποιος δεν θα ήθελε να ζει την παιδικότητα για πάντα; Ποιος κέρδισε αποδρώντας απ' τη χώρα της για να φτάσει στην τυραννία του έρωτα και του χρόνου;» Για το τέλος των Απομνημονευμάτων είχε δύο μεγάλες παραγράφους. Κράτησε τη μία που ήταν περίπου έτσι: «Χωρίς το μύθο και την αφήγηση –την απόπειρα να συνδεθεί το μάταιο με την αθανασία–, ο κόσμος που είδαμε, άπληστα αλλά βιαστικά, θα ήταν ανυπόφορος. Με τα κέρδη της τέχνης εξοφλούσαμε τον άτεγκτο δανειστή». Μετά από λίγες μέρες πρόσθεσε μιαν ακόμα παράγραφο, που συμπλήρωνε τον ύμνο στον πλασματικό κόσμο, αλλά κι αυτή την αλλάξαμε άπειρες φορές・ δεν θυμάμαι την οριστική της διατύπωση. Magnify Image Λου, Μελένιος και Χλόη Magnify Image Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Ακρίβος Κώστας Μαυρουδής: Η αθανασία των σκύλων [Πόλις] ***** Πηγή: www.lifo.gr

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Άτιτλο

Schildkrot


Σήμερα στα παλιατζίδικα της Ιεράς οδού βρέθηκε μπροστά μου μια κούκλα της εταιρείας Schildkrot, αυτής με το σήμα της χελώνας στην πλάτη. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1876 και υπάρχει ακόμα στο Rauenstein, στο κρατίδιο της Θουριγγίας. Δυστυχώς φωτογραφιζω με τεχνητό φωτισμό και έχουν χαθεί οι τόνοι των χρωμάτων. Είναι εξαιρετικά ωραία, θά έλεγα μουσειακή. Πρέπει να έζησε τον τελευταίο πόλεμο, αλλά μπορεί για επιβεβαίωση να ψάξει κανείς το μοντέλο.
 
 
 

H αθανασία των σκύλων


Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ

Ώσπου να ακούσεις τις απόψεις των άλλων για κάτι που έχεις γράψει, δεν ξέρεις πολλά πράγματα για τη σημασία του. Συχνά, βέβαια, υπάρχει μια ισχυρή διαίσθηση, άλλοτε και ένα κάπως καθαρό βλέμμα (λες και πρόκειται για ξένο έργο), αλλά και πάλι χρειάζεσαι μια συνάντηση, που σου λέει τι πραγματικά διακρίνεται, τι άκουσε ο άλλος, το υλικό που διαχειρίστηκες πόσο αναγνωρίσιμος και διαπεραιώσιμος κώδικας έγινε.

Είναι το πρώτο κείμενο που βλέπω για το βιβλίο μου, λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του ("Ανοιχτό βιβλίο", "Εφημ. των Συντακτών", επιμ. Μ Φάις, 30 Νοε.- 1 Δεκεμβρίου, 2013). Το υπογράφει ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης, και όσο προχωρώ την ανάγνωση αναγνωρίζω τις διαθέσεις μου, τη σύμπτωση με το κλίμα, την ατμόσφαιρα, τη σύγκλιση εκείνων που επιχείρησα με την κριτική υποδοχή τους: "[...] Αποφεύγει τις εύκολες κλιμακώσεις στη δράση, τις περισσότερες φορές η ιστορία σβήνει αργά, με τρόπο αντιηρωικό, συχνά μελαγχολικό και ο αναγνώστης σπεύδει να τη διαβάσει απ' την αρχή, για να καταλάβει όσα υπονοούνται".

Μιλά, συγγραφέας ο ίδιος ("Αλεπούδες στην πλαγιά", Πατάκης), για "τις πολλές ερμηνείες που επιδέχονται τα κείμενα" (πολλές προσεγγίσεις, θα έλεγα εγώ), για τη συνομιλία των ιστοριών με τις άλλες τέχνες, τη ζωγραφική, τη μουσική, τη λογοτεχνία κλπ. Βλέπω ότι διαβάσαμε μαζί, με τον ίδιο τρόπο, μιαν εποχή, εικόνες, παραστάσεις, και κυρίως το χαμένο σκηνικό των συχνών μου αναδρομών: "Η ανυποχώρητη νοσταλγία όσων έζησαν με τους σκύλους, η αποτύπωση της μορφής τους στις τέχνες, το όνομά τους στη λογοτεχνία, είναι με τον τρόπο τους μια επιβίωση μετά το θάνατο, μια ξεχωριστή μορφή αθανασίας".

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Από τις "Αναγνώσεις" του Δέντρου

Από τη στήλη "Αναγνώσεις" του ΔΕΝΤΡΟΥ, Νο 193-194 που κυκλοφορεί. Δεν λέω, μεγάλο για το F.B. το κείμενο, αλλά υπάρχουν αναγνώστες που ενδιαφέρονται. Εκτός απ' τα κείμενα για τον Καβάφη υπάρχει μια σειρά συνεργασιών που είναι γοητευτικές και αξιανάγνωστες.


Πώς παντρεύεται κανείς και πώς πεθαίνει

"ΠΩΣ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΩΣ πεθαίνει" είναι ο τίτλος μιας έκδοσης που περιλαμβάνει ελάχιστα γνωστές νουβέλες του γάλλου νατουραλιστή Εμίλ Ζολά, τις οποίες είχε γράψει αρχικά για το ρωσικό μηνιαίο περιοδικό "Le Messager d’Europe". Ο Εμίλ Ζολά συνεργάστηκε μ’ αυτό μεταξύ του 1875 και του 1877, χάρις στο ενδιαφέρον του διάσημου συναδέλφου του Ιβάν Τουργκένιεφ.
Μαθήματα έρωτα, διαστροφών και οδηγίες χρήσης αισθημάτων ενός δεξιοτέχνη Εμίλ Ζολά, σε κείμενα τα οποία έγραψε πριν από 140 τόσα χρόνια, αλλά μοιάζουν σαν να σχολιάζουν τα σημερινά ήθη.
Βασική μέριμνα της γραφής των ιστοριών ήταν ο στοχασμός πάνω στη γαλλική κοινωνία εκείνης της εποχής, η αναφορά σε αλλαγές και νέες συνήθειες. Άρα δεν μπορούσε να λείψει η ανελέητη ανάλυση του έρωτα στην αυγή της τεχνολογίας. Στα κομμάτια που ακολουθούν, το συναίσθημα δίνει τη θέση του στον υπολογισμό. Παντρευόμαστε από συμφέρον ή από φόβο μήπως μείνουμε μόνοι; Οι νέοι θέλουν να μειώσουν τα έξοδα στα μισά, οι αριστοκράτες και οι επαγγελματίες ψάχνουν για μια γυναίκα που να δίνει λάμψη στο σπίτι τους και να είναι ευπαρουσίαστη στην κοινωνία. Και εκείνη τους ευχαριστεί, παρότι αργότερα βρίσκει εραστές. «Αντιστρέφεται η λογική του ρομαντικού έρωτα, του πολύ αφηρημένου και όχι συνδεδεμένου με την υλική ζωή», λέει ο καθηγητής Πιερλουίτζι Πελίνι, μελετητής του Ζολά. «Το γεγονός είναι ότι ζούσε σε μια εποχή όπου η βιομηχανική επανάσταση και ο εκσυγχρονισμός των ηθών είχαν ποσοστώσει την ύπαρξη με βάση ακριβείς ρυθμούς, είχαν μετατρέψει τη ζωή σε ένα μηχανισμό». Άρα ακόμα και ο έρωτας έπρεπε να λειτουργεί σαν μηχανισμός. «Όμως, οι μηχανισμοί», προσθέτει ο Πελίνι, «σε όλα τα βιβλία του Ζολά λειτουργούν στην εντέλεια, παρότι στο τέλος απορρυθμίζονται». Έτσι συμβαίνει και με τις σχέσεις. Αυτές οι νουβέλες γράφτηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα;
Τον 17ο αιώνα ο έρωτας στη Γαλλία ήταν ένας κύριος με φτερά, ντυμένος υπέροχα. Έμπαινε στα σαλόνια συνοδευόμενος από σοβαρή μουσική. Υπάκουε σε ένα άκρως πολύπλοκο εθιμοτυπικό και δεν τολμούσε να κάνει ούτε ένα βήμα εάν αυτό δεν είχε προσυμφωνηθεί. Από την άλλη, παρέμενε απόλυτα ευγενής, με ζυγισμένη τρυφερότητα και τίμια χαρά.
Τον 18ο αιώνα ο έρωτας είναι ένα δύσκολο πρόσωπο που μετατρέπεται σε χυδαίο. Τον ευχαριστεί να αγαπάει και να διασκεδάζει γευματίζοντας με μια ξανθιά, δειπνώντας με μία μελαχρινή, θεωρώντας τις γυναίκες γενναιόδωρες θεές των οποίων τα ανοιχτά χέρια σκορπάνε ευχαρίστηση. Μια ανάσα ηδονής περνάει πάνω από όλη την κοινωνία, καθοδηγεί το χορό των ποιμενίδων και των νυμφών, τα ντεκολτέ τρέμουν κάτω από τις δαντέλες: λατρευτή εποχή όπου η σάρκα βασίλευε, όπως και η μεγάλη ηδονή, της οποίας η μακρινή πνοή φτάνει έως εμάς ακόμα χλιαρή, με το άρωμα των λυμένων μαλλιών.

Τον 19ο αιώνα ο έρωτας είναι ένας καθωσπρέπει νεαρός, σωστός σαν συμβολαιογράφος, κρατικοδίαιτος. Συνεργάζεται με άλλους ή πουλάει κάτι στο βάθος ενός μαγαζιού. Η πολιτική τον συνεπαίρνει, οι δουλειές τον απασχολούν όλη μέρα, από τις 9 το πρωί μέχρι τις 6 το απόγευμα. Όσο για τις νύχτες, τις αφιερώνει στο πρακτικό του βίτσιο, σε μια ερωμένη την οποία πληρώνει ή σε μια νόμιμη σύζυγο που τον πληρώνει.
Έτσι λοιπόν, ο ηρωικός έρωτας του 17ου αιώνα και ο αισθησιακός του 18ου, κατέληξαν στον επιδιορθωμένο, σαν συμβόλαιο χρηματιστηρίου, υλικό έρωτα. Άκουσα πρόσφατα ένα βιομήχανο να παραπονιέται γιατί δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί μια μηχανή που να φτιάχνει παιδιά. Υπάρχουν μηχανές που καθαρίζουν το σιτάρι, που υφαίνουν, αντικαθιστούν τους ανθρώπινους μυς με γρανάζια για όλες τις δουλειές. Την ημέρα που μια μηχανή θα κάνει έρωτα στη θέση των υπεραπασχολουμένων του αιώνα, όσων αφιερώνουν το χρόνο τους στη σύγχρονη δραστηριότητα, θα τους εξοικονομήσει χρόνο, θα τους κάνει πιο δριμείς, πιο αρρενωπούς στη μάχη της ζωής. Μετά το υπέροχο χτύπημα της Επανάστασης, οι άνδρες στη Γαλλία δεν έχουν ακόμα ξαναβρεί το χρόνο να σκεφτούν τις γυναίκες. Υπό το Ναπολέοντα τον Α΄, το κανόνι εμπόδιζε τους εραστές να ακούνε ο ένας τον άλλον. Κατά τη διάρκεια της Παλινόρθωσης μια τρομακτική επιθυμία πλουτισμού κυριάρχησε στην κοινωνία. Τέλος, η βασιλεία του Ναπολέοντα του Γ΄ αύξησε ακόμα περισσότερο τις ορέξεις για χρήμα χωρίς να φέρει ούτε ένα βίτσιο ή μια νέα διαστροφή.

Υπάρχει και μία άλλη αιτία, η επιστήμη, ο ατμός, ο ηλεκτρισμός, όλες οι εφευρέσεις αυτών των τελευταίων πενήντα ετών. Πρέπει να δούμε το σύγχρονο άνδρα, με τις πολλαπλές εξωτερικές ασχολίες του, τον καταπονημένο από την ανάγκη να διατηρήσει τα πλούτη του και να τα αυξήσει, με το μυαλό σε όλο και νέα προβλήματα, με το σώμα ναρκωμένο από την καθημερινή μάχη, έχοντας γίνει και αυτό ένα απλό γρανάζι της κοινωνικής μηχανής που δουλεύει ακατάπαυστα. Έχει ερωμένες, όπως έχει κανείς άλογα για να ασκείται. Εάν παντρευτεί, αυτό το κάνει γιατί ο γάμος εντάσσεται στα ενδιαφέροντά του για δράση, όπως άλλες δραστηριότητές του. Εάν έχει παιδιά αυτό συμβαίνει γιατί το θέλησε η γυναίκα του.
*
Ο Ζιλ Μπογκράν είναι ο γιoς του διάσημου κυρίου Μπογκράν, του δικηγόρου, του γνωστού ρήτορα των πολιτικών μας συγκεντρώσεων. Ο Αντουάν Μπογκράν, ο παππούς του, ήταν ένας φιλήσυχος αστός από την Ανζέρ, προερχόμενος από οικογένεια συμβολαιογράφων, πολύ σεβαστή στην επαρχία. Όμως αυτόν δεν τον ενδιέφερε η δικηγορική καριέρα και ξόδευε απλώς τα εισοδήματά του. Ο μεγαλύτερός του γιός όμως, ο περίφημος Μπογκράν, πολύ ενεργητικός και φιλόδοξος, έγινε πλούσιος. Όσο για τον Ζιλ Μπογκράν, έχει τις μεγάλες φιλοδοξίες του πατέρα του, τη ματαιοδοξία του εύπορου και τις ανάγκες της πριγκιπικής πολυτέλειας. Δυστυχώς, έχει μόλις κλείσει τα τριάντα και αρχίζει να αισθάνεται μέτριος. Αρχικά είχε ονειρευτεί να γίνει βουλευτής, να απολαύσει τις επιτυχίες του αγορεύειν, να γίνει υπουργός. Όμως κατά τη διάρκεια των ασκήσεων των νεαρών δικηγόρων όπου είχε διαπρέψει στην ευφράδεια, αποκαλύφθηκε ένα ανυπόφορο ψέλλισμα, μια έλλειψη ιδεών και λόγου, τα οποία του έκλειναν απολύτως το δρόμο προς τους πολιτικούς θριάμβους. Στη συνέχεια δίστασε λιγάκι, σκεπτόμενος ότι θα μπορούσε να κάνει καριέρα στον βιομηχανικό κλάδο.

Οι σπουδές για ειδικότητα τον τρόμαξαν. Και τελικά αποφάσισε να ανοίξει ένα δικηγορικό γραφείο. Ο πατέρας του, ο οποίος ανησυχούσε πολύ γι’ αυτόν, του αγόρασε σε υψηλή τιμή ένα από τα καλύτερα δικηγορικά γραφεία, όπου ο τελευταίος ιδιοκτήτης είχε κερδίσει δύο εκατομμύρια. Εδώ και έξι μήνες, λοιπόν, ο Ζιλ είναι δικηγόρος. Το γραφείο βρίσκεται σε ένα σκοτεινό χώρο, στην οδό Σεντ Αν. Εκείνος ζει σε μια πολυκατοικία της οδού Άμστερνταμ, περνάει τα βράδια του κοινωνικά, συλλέγει πίνακες, παρουσιάζεται ως δικηγόρος όσο το δυνατόν λιγότερο. Πάντως του φαίνεται ότι τα κέρδη αργούν πολύ να έρθουν. Γύρω του αισθάνεται ότι λείπουν ακόμα στοιχεία πολυτέλειας, ένα δείπνο κάθε βδομάδα, π.χ., με σημαντικές προσωπικότητες ή ένα δικό του σαλόνι ανοιχτό κάθε Τρίτη βράδυ για να συγκεντρώνει τους πολιτικούς φίλους του πατέρα του. Πείθει τον εαυτό του ότι ένας ακριβότερος τρόπος ζωής, δεξιώσεις, πέντε άλογα στο στάβλο, τελοσπάντων μια επέκταση όλου του σπιτιού, θα ήταν τέλειο δέλεαρ για να διπλασιαστούν οι πελάτες του. Ζήτησε τη συμβουλή του πατέρα του: «Παντρέψου», του λέει εκείνος. «Μια γυναίκα θα φέρει σπίτι σου κίνηση και ζωντάνια… Διάλεξε μια πλούσια, διότι γυναίκα με τα προσόντα που ζητάς στοιχίζει πολύ ακριβά. Πάρε τη δεσποινίδα Ντεβίν, την κόρη του ιδιοκτήτη της βιοτεχνίας … Έχει προίκα ένα εκατομμύριο. Είναι ό,τι πρέπει για σένα». […]

Ο Ζιλ είχε γνωρίσει τη Μαργκερίτ όταν ήταν κοριτσάκι. Οι δύο οικογένειες παραθέριζαν στην εξοχή του Φοντενμπλό και κατοικούσαν σε κοντινά σπίτια. Η Μαργκερίτ είναι ήδη 25 ετών. Θεέ μου! Πόσο έχει ασχημύνει τώρα που την ξαναβλέπει. Σίγουρα ποτέ δεν υπήρξε όμορφη. Κάποτε ήταν σκούρα σαν τυφλοπόντικας. Τώρα είναι σχεδόν καμπούρα και το ένα της μάτι είναι μεγαλύτερο από το άλλο. Κατά τα άλλα: η ευγενέστερη κοπέλα του κόσμου, με πολύ χιούμορ, λένε, και εξαιρετικά απαιτητική ως προς τα προτερήματα που ζητάει από έναν άνδρα. Έχει αρνηθεί τις καλύτερες προτάσεις, πράγμα που εξηγεί γιατί έχει μείνει ακόμα γεροντοκόρη παρά το εκατομμύριό της. Όταν ο Ζιλ την αφήνει μετά την πρώτη τους συνάντηση, μιλάει γι’ αυτήν με τα καλύτερα λόγια. Ντύνεται υπέροχα, μιλάει για τα πάντα με εξαιρετικό στιλ, φαίνεται σαν γυναίκα ικανή να χειριστεί ένα σαλόνι με εκπληκτικό τρόπο, σαν Παριζιάνα στην οποία η ασχήμια τής δίνει, απλώς, στιλ.
Ας πούμε, για να είμαστε ειλικρινείς, ότι μια κοπέλα με ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες φράγκα δικαιούται και να είναι άσχημη. Από εκείνη τη στιγμή τα πράγματα προχωρούν ραγδαία. Οι αρραβωνιασμένοι δεν είναι άτομα που χάνουν χρόνο με κουταμάρες. Και οι δύο γνωρίζουν πολύ καλά ποια συναλλαγή φέρουν εις πέρας. Συνεννοήθηκαν με ένα χαμόγελο. […]
Στο δημαρχείο έχουν κληθεί το πολύ δέκα άτομα. Ο δήμαρχος είναι εξάδελφος του Ζιλ. Παίρνει σοβαρό ύφος για να διαβάσει το Δίκαιο του γάμου. Όμως μόλις αφήνει το βιβλίο, ξαναγίνεται άνθρωπος του κόσμου, κάνει κομπλιμέντα στις κυρίες, θέλει να δώσει ο ίδιος την πένα στους μάρτυρες, μεταξύ των οποίων είναι δύο γερουσιαστές, ένας υπουργός και ένας στρατηγός. Η Μαργκερίτ προφέρει το Ναι με κάπως δυνατή φωνή και επισημότητα, διότι γνωρίζει το νόμο.
Όλοι οι παρόντες παραμένουν σοβαροί, λες και η παρουσία τους βοηθάει στο να κλείσει μια συναλλαγή μεγάλων κεφαλαίων. Καθένας από τους νεόνυμφους αφήνει χίλια πεντακόσια φράγκα για τους φτωχούς. Και το βράδυ, στο σπίτι των Ντεβίν, παρατίθεται δείπνο όπου έχουν κληθεί οι μάρτυρες. Μόνον ο υπουργός δεν μπόρεσε να έρθει, γεγονός που δυσαρέστησε πολύ τις δύο οικογένειες.

Ο θρησκευτικός γάμος γίνεται στη Μαντλέν. Τρεις μέρες νωρίτερα ο Ζιλ και ο πατέρας του πήγαν για να συμφωνήσουν την τιμή. Θέλησαν τη μεγαλύτερη δυνατή πολυτέλεια και συζήτησαν για κάποια ποσά: για τη λειτουργία, για το αρμόνιο, για τα χαλιά. Συμφωνούν ότι ένα χαλί θα καλύπτει τα είκοσι σκαλοπάτια και θα φτάνει μέχρι το πεζοδρόμιο. Συμφωνούν επίσης ότι το αρμόνιο θα υποδεχτεί με ένα θριαμβευτικό εμβατήριο την είσοδο της πομπής. Θα στοιχίσει πενήντα φράγκα, αλλά θα εντυπωσιάσει.
Έχουν σταλεί κάπου χίλιες προσκλήσεις. Η Μαργκερίτ είναι σχεδόν ελκυστική. Ο Ζιλ αισθάνεται πολύ σημαντικός βλέποντας ότι έχει κινητοποιήσει τόσον κόσμο. Εν τω μεταξύ το αρμόνιο παίζει, η χορωδία έχει υπέροχες φωνές, η τελετή διαρκεί σχεδόν μιάμιση ώρα κάτω από τους μεγαλοπρεπείς θόλους. Θέαμα υπέροχο. Μετά αρχίζει μια ατελείωτη παρέλαση. Οι γνωστοί, οι καλεσμένοι, ακόμα και οι άγνωστοι, μπαίνουν από μία πόρτα και βγαίνουν από μία άλλη. Αυτή η τυπικότητα διαρκεί άλλη μια ώρα. Υπάρχει μεγάλος αριθμός πολιτικών, δικηγόρων, μεγαλοβιομηχάνων, καλλιτεχνών, δημοσιογράφων. Και ο Ζιλ σφίγγει με ιδιαίτερη εγκαρδιότητα το χέρι ενός χλωμού νεαρού δημοσιογράφου, ο οποίος ίσως γράψει λίγα λόγια για το γάμο. Και επειδή ούτε οι Μπογκράν ούτε οι Ντεβίν διαθέτουν αρκετά μεγάλο σαλόνι για το γεύμα, το βράδυ τρώνε και χορεύουν στο Οτέλ ντι Λουβρ. Το φαγητό είναι άθλιο. Ο χορός, στην αίθουσα χορού του ξενοδοχείου, είναι πολύ ζωηρός. Τα μεσάνυχτα, μια άμαξα οδηγεί τους νεόνυμφους στην οδό Άμστερνταμ. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής αστειεύονται μέσα στο νυχτερινό Παρίσι, ενώ σκιές γυναικών τριγυρνάνε στις γωνίες των δρόμων. Όταν ο Ζιλ μπαίνει στο νυφικό δωμάτιο βρίσκει την Μαργκερίτ να τον περιμένει ήσυχα, με τον έναν αγκώνα ακουμπισμένο στο μαξιλάρι. Είναι λίγο χλωμή και το χαμόγελό της είναι ντροπαλό, τίποτα περισσότερο. Ο γάμος ολοκληρώνεται με μεγάλη φυσικότητα, σαν κάτι αναμενόμενο εδώ και καιρό.

Οι Μπογκράν είναι παντρεμένοι εδώ και δύο χρόνια. Δεν έχουν χωρίσει αλλά εδώ και έξι μήνες παραμελούν ο ένας τον άλλον. Όταν τον Ζιλ τον πιάνει μια απροσδόκητη επιθυμία για τη γυναίκα του, πρέπει να της κάνει κόρτε για μια βδομάδα πριν του επιτραπεί να μπει στο δωμάτιό της. Τις περισσότερες φορές για να κερδίσει χρόνο, ο οποίος είναι πολύτιμος, πηγαίνει αλλού να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Έχει τόσα να κάνει! Σήμερα είναι άνδρας πολυάσχολος, δεν του αρκεί πλέον το γραφείο του, συνεργάζεται με διάφορες εταιρείες, παίζει ακόμα και στο χρηματιστήριο. Αισθάνεται πολύ χαρούμενος όταν το Παρίσι ασχολείται μαζί του, όταν εφημερίδες αναφέρουν τα αστεία του.
Εξάλλου δεν δέρνει τη γυναίκα του και δεν έχει ακόμα κατορθώσει να βρει έναν τρόπο, παρά τις συμβουλές του πατέρα του, για να εισπράξει τις 600 χιλιάδες που είναι δεσμευμένες με συμβόλαιο. Από την πλευρά της, η Μαργκερίτ είναι μια γοητευτική γυναίκα. Η κοπέλα κράτησε την υπόσχεσή της. Έκανε το κτίριο της οδού Άμστερνταμ τόπο εορταστικής πολυτέλειας. Όλη η τρελή ασωτία του Παρισιού, τα φορέματα των χιλίων σκούδων της μιας βραδιάς, τα χαρτονομίσματα που τυλίγονται για να ανάψουν κεριά, προσφέρουν μια λάμψη πλούτου εκπληκτική. Από το πρωί ώς το βράδυ οι άμαξες περνάνε κάτω από τις αψίδες. Και ορισμένες νύχτες, η γειτονιά ακούει μέχρι πρωίας μια μακρινή μουσική που συνοδεύει τα γλυκά γέλια των χορευτριών. Η Μαργκερίτ λάμπει μέσα στην ασχήμια της. Έχει στολιστεί για να γίνει πιο ελκυστική από μια όμορφη κοπέλα. Είναι περισσότερο από όμορφη, είναι χειρότερη, έτσι όπως λέει και η ίδια γελώντας. Το ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες της προίκας της καίγεται σαν άχυρο. Θα κατέστρεφε το σύζυγό της εάν της έλειπε η σπάνια ευφυΐα. Γνωρίζουμε ότι διαθέτει μόνο χίλια φράγκα το μήνα για τη γκαρνταρόμπα της. Όμως κανένας δεν είναι τόσο κακόγουστος ώστε να εκπλήσσεται βλέποντάς την να ξοδεύει σε ένα μήνα όσα κερδίζει σε ένα χρόνο. Ο Ζιλ είναι ικανοποιημένος, καμία γυναίκα δεν θα είχε κρατήσει το σπίτι του σε τέτοιο επίπεδο και της είναι ειλικρινά ευγνώμων για όλα όσα κάνει θέλοντας να διευρύνει τον κύκλο των γνωριμιών τους. Αυτή τη στιγμή η Μαργκερίτ συμπεριφέρεται σαν κόρη σε έναν από τους γερουσιαστές που ήταν μάρτυρας στο γάμο της. Τον αφήνει να της φιλήσει την πλάτη πίσω από τις πόρτες και του επιτρέπει να της προσφέρει χρήματα μέσα σε κουτιά από καραμέλες.

ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΟ ΜΠΟΡΓΚΟΝΟΒΟ
Απόδοση για το «Δ»: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ

"Ξαναδιαβάζουμε τον Καβάφη"

TO ΔΕΝΤΡΟ, ΝΟ 193-194, "Ξαναδιαβάζουμε τον Καβάφη". Είναι ο τρίτος αφιερωματικός τόμος στον ποιητή, που η υποδοχή του δημιουργεί αισιόδοξες διαθέσεις. Από παντού συνεχίζονται οι παραγγελίες (διάβαζε "ενδιαφέρον"). Βιβλιοπωλεία που άλλοτε αγόραζαν 2-3 αντίτυπα ζητούν τώρα 30. Εκδηλώσεις στην επαρχία που αφορούν τον Αλεξανδρινό και το έργο του θέλουν να εμφανίσουν και να πουλήσουν το αφιέρωμα.

Όμως, όπως συμβαίνει σε κάθε αφιέρωμα του ΔΕΝΤΡΟΥ, υπάρχουν πολλές (ισόποσες) σελίδες ποικίλης ύλης, επιλεγμένα κείμενα, μεταφρασμένης κυρίως λογοτεχνίας. Στο συγκεκριμένο τεύχος είδαμε ότι τα κείμενα αυτά ενδιέφεραν το ίδιο, ή και πολύ περισσότερο, από το αφιέρωμα, γιατί μολονότι κάθε προσωπική ματιά στον Καβάφη μπορεί να είναι μοναδική, οι αναγνώστες δεν παύουν να ενδιαφέρονται για το λεγόμενο δημιουργικό, λογοτεχνικό κείμενο (ποίηση, πεζογραφία).

Το ίδιο συμβαίνει με το επόμενο αφιέρωμα, που ως θέμα έχει την παραλογοτεχνία (με την έννοια του κειμένου που περνά άκριτα από την παρανάγνωση, ή ακόμα με την έννοια της παραλογοτεχνικής συμπεριφοράς, αναγνώσεις σε μπαλκόνια, στους δρόμους με ντουντούκες), ένας κανόνας "φανατικών για γράμματα" παιδιών που δεν φιλτράρεται από το χιούμορ και γίνεται συνθήκη ισοβαρής με την καίρια ανάγνωση και το αυστηρών προδιαγραφών πάθος γι αυτήν. Το προσεχές, λοιπόν, αυτό αφιέρωμα ακολουθούν εξαιρετικές σελίδες δημιουργικής λογοτεχνίας.
 
 

"Η αθανασία των σκύλων"

Οι εκδόσεις ΠΟΛΙΣ ανακοίνωσαν σήμερα το πρωί ότι επίκειται η έκδοση του βιβλίου μου "Η αθανασία των σκύλων". Με την ευκαιρία, σκέφτηκα να προβάλω, εκτός απ' τους γραπτούς σκύλους και τις ιστορίες του βιβλίου που θα διαβαστούν και θα κριθούν, τον πλησιέστερο πραγματικό σκύλο, συγκάτοικο και υπεράνω κριτικής φίλο, τον "Μελένιο". Η φωτογραφία είναι της Χριστίνας Μαυρουδή, στο πάρκο, πίσω από το νοσοκομείο Συγγρού.